Ήταν 30 Απριλίου του 1947. Η ζέστη αγκάλιαζε την Κρήτη με το καλοκαίρι να έρχεται. Για τον νεαρό (τότε) βοσκό από τα Ανώγεια Γιώργη Βρέντζο «Τηγανίτη» (όπως ήταν το παρατσούκλι του, όπως συνηθίζεται να δίνεται στην Κρήτη), ο χειμώνας μέσα του εξακολουθούμε να είναι μανιασμένος.

Ο λόγος ήταν ότι ξεκινούσε η δίκη του φονιά του αδελφού του Μιχάλη Βρέντζου από τον Έλληνα συνεργάτη των Γερμανών ναζί Νικόλαο Μαγιάση, ο όποιος κατά τη διάρκεια της κατοχής αποτελούσε φόβο και τρόμο για τους ντόπιους καθώς ήταν γνωστή η βαρβαρότητα που ασκούσε σε όποιον έπεφτε στα χέρια του.

Ήταν τέτοια η βαρβαρότητα του «Γεσταμπίτη» (όπως αποκαλούσαν στην Κρήτη τους συνεργάτες των Γερμανών) που μετά τον βασανισμό και τον φόνο του Μιχάλη ακόμα και οι σκληροί Γερμανοί σοκαρίστηκαν από την αγριότητα του συνεργάτη τους.

Βασανισμένος και δεμένος σε δέντρο

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Γιώργη Βρέντζου πολλά χρόνια μετά στον αείμνηστο Ηρακλειώτη δημοσιογράφο Νίκο Ψιλάκη για τον διάλογο που είχε με τον Γερμανό φρούραρχο: «Δεκατέσσερα χρόνια είμαι στη Γκεστάμπο. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της. Ξέρω καλά τι πρέπει να κάνομε και σας λέω ότι τούτον εδώ τον άνθρωπο δεν τον εσκότωσε Γερμανός. Αν τον σκότωσε Γερμανός, εγώ σκίζω όλα τα βιβλία μου. Ο φρούραρχος είχε πάθει σοκ από την εικόνα όταν είδε έναν κάλυκα από σφαίρα καρφωμένο πάνω στη ρώγα του αδερφού μου και ήθελε να απολογηθεί, να πει πως οι Γερμανοί δεν βασανίζουν νεκρούς. Ανοίξαμε ένα λάκκο δίπλα στην εκκλησία της Ανάληψης, είδα και τον ίδιο τον φρούραρχο να σκάφτει. Τον θάψαμε· εγώ δεν άντεχα να μην τον αγγίξω, πρόλαβα και τον ακούμπησα στο χέρι. Το δέρμα του εμαδούσε…», είχε πει χαρακτηριστικά ο Γιώργης Βρέτζος.

Ο Μιχάλης Βρέντζος βρέθηκε νεκρός και δεμένος σε ένα δέντρο από τον αδελφό του που τότε ήταν 18 ετών. Οι ταγματασφαλίτες άφησαν άταφο τον Μιχάλη στο οροπέδιο της Νίδας, στις πλαγιές του Ψηλορείτη και έφυγαν. Σε άλλο σημείο νωρίτερα γερμανική περίπολος είχε συλλάβει τον Γιώργη Βρέντζο και τον ανέκρινε μήπως είχε βοηθήσει τους αντάρτες. Ο δολοφονημένος είχε βοηθήσει τους αντάρτες δίνοντάς του νερό και ψωμί.

Ο Γιώργης Βρέντζος έμαθε τα νέα και πήγε στους Γερμανούς να ζητήσει να του υποδείξουν πού είχε συμβεί το περιστατικό για να θάψει τον αδερφό του. Φως στην υπόθεση έδωσε ένα μικρός σε ηλικία βοσκός που είχαν χρησιμοποιήσει σαν οδηγό τους οι Γερμανοί και ακόμα και αυτοί τον προστάτεψαν από την απόπειρα του Μαγιάση να τον δολοφονήσει για να μην υπάρχει Έλληνας μάρτυρας στη δολοφονία του Μιχάλη Βρέντζου.

Ο Μαγιάσης που βαρύνονταν με πολλά εγκλήματα στα χρόνια της κατοχής (ο ίδιος ο Γιώργης Βρέντζος του καταλογίζει 362 φόνους, άλλοι κάνουν λόγο για 392, καθώς «όργωνε» την Κρήτη με τους Γερμανούς), όταν τελείωσε ο πόλεμος επιχείρησε να διαφύγει στην Αθήνα.

Εκεί κυκλοφορούσε με στολή του ΕΛΑΣ για να μην κινεί υποψίες και εντοπίστηκε από Κρητικό, στην προσπάθειά του να εμπορευτεί  μεγάλη ποσότητα λαδιού, βλέπετε τόσοι φόνοι επί κατοχής, δεν έγιναν με το αζημίωτο.

Σκοπός της ζωής του να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του

Μετά τα νέα για τη σύλληψη του Μαγιάση ο Γιώργης Βρέντζος έψαχνε εναγωνίως να τον βρει και να εκδικηθεί. Μαθαίνοντας ότι ο «Γκεσταμπίτης» έχει συλληφθεί,  είχε φορέσει στολή χωροφύλακα για να μπορεί να μπαινοβγαίνει σε φυλακές μήπως και τον εντοπίσει, χωρίς αποτέλεσμα, γιατί τον είχαν στην απομόνωση. Έτσι μετά και τη σύλληψή του, ήρθε η ώρα της δίκης στο Ηράκλειο με δρακόντεια μέτρα ασφαλείας.

«Ντύθηκα χωροφύλακας αλλά δεν εκάτεχα να προπατώ με αυτή τη στολή, μου φαινόταν πως με ξάνοιγαν όλοι στο δρόμο. Κατάφερα να μπω στη φυλακή χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα. Εγύρισα όλα τα κελιά, είδα άλλους γκεσταμπίτες, είδα κρατούμενους, πουθενά ο Μαγιάσης. Τον είχανε στην απομόνωση.»
Απογοητευμένος πετά τα ρούχα του χωροφύλακα και αρχίζει να σχεδιάζει άλλους τρόπους. Το μυαλό του δεν ησύχαζε ούτε στιγμή. Κάπως έτσι έφτασε η μέρα της δίκης. Τριάντα Απριλίου του 1947.

Τα μέτρα ασφαλείας αυστηρότατα. Η χωροφυλακή ήξερε ότι κινδύνευαν οι δοσίλογοι και έλεγχε εξονυχιστικά τον κάθε Κρητικό που περνούσε την πόρτα της δικαστικής αίθουσας. Έψαχναν μέσα στα στιβάνια, στις μασχάλες, στις ζώνες, παντού. Ο Γιώργης ήταν μάρτυρας κατηγορίας.

Ο Γιώργης ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Δικηγόρος πολιτικής αγωγής ήταν ο συγχωριανός και θείος του, ο Βασίλης ο Βρέντζος. Πρωί – πρωί τον καλεί στο γραφείο του και του παίρνει με το ζόρι το όπλο και ένα στιλέτο που κρατούσε· τα άφησε πάνω στο δικηγορικό γραφείο και έφυγαν μαζί για το δικαστήριο. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:

«Τον εξεγέλασα. Επήγα στην αγορά, βρίσκω ένα καλό μαχαίρι, βάνω το μαχαιρά να το ακονίσει να κόβει σαν ξυράφι, το παίρνω και φεύγω. Φτάνω στο δικαστήριο, αλλά πώς να περάσω; Περίμενα καρτερικά να κάμουν διάλειμμα και να αδειάσει η αίθουσα. Την ώρα αυτή σταμάτησαν οι έλεγχοι. Σιμώνω στην πόρτα, την ανοίγω λίγο – λίγο, κανείς δεν ήταν μέσα, προλαβαίνω και καρφώνω το μαχαίρι στο μαδέρι, στην πίσω μεριά, στο κούφωμα της πόρτας, αλλά κάτω χαμηλά για να μη φαίνεται. Σε λίγο ξανάρχισε η δίκη, πήγα κι εγώ, με έλεγξαν, έψαξαν ακόμη και στα τακούνια τω στιβανιώ μου. Δεν ηύραν τίποτα, πέρασα στο διάδρομο, όχι μέσα στην αίθουσα, περιμένοντας την ευκαιρία να αρπάξω το μαχαίρι.

Ο πρόεδρος φώναζε έναν – ένα τους μάρτυρες. Μπαίνω μέσα, σιμώνω και τότε καταλαβαίνει ο Πρόεδρος ότι έκανε λάθος. Μου λέει να φύγω και να φέρουν τον Δραμουντάνη. Απάνω στη σύγχυση σκύβω πιάνω το μαχαίρι και ξαναβγαίνω στο διάδρομο χωρίς να με δει κανείς. Σε λίγη ώρα έρχεται η σειρά μου, με φωνάζουν, μπαίνω στην αίθουσα και θωρώ τον κακούργο να κάθεται και να τον προστατεύουν οι χωροφύλακες.»

Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχιζε η κατάθεση… Τον ρωτά ο Πρόεδρος, «τι γνωρίζετε διά την εκδικαζομένην υπόθεσιν, κύριε μάρτυς;»

Απάντηση καμιά. Σαν να μην άκουγε, να μην επικοινωνούσε· αλλού ήταν εκείνου ο νους του.

Ξαναρωτά ο Πρόεδρος: «Κύριε μάρτυς, καταλάβατε τι σας ρώτησα;»

Ο Γιώργης κουνά το κεφάλι, «ναι, ναι, εκατάλαβα», λέει. «Τι γνωρίζετε, λοιπόν;»

Πάλι σιωπή. Και αναστάτωση. Όλοι τον κοιτάζουν καθώς στέκεται σχεδόν αποσβολωμένος μπροστά στους δικαστές. Αρχίζει να ψελλίζει κάτι μισόλογα, μασημένα.

«Μα δεν έχετε εδώ το μυαλό σας, κύριε μάρτυς;» ξαναλέει απορημένος ο Πρόεδρος. Και φυσικά δεν το είχε.

Τότε ακριβώς κάνει ένα βήμα πίσω. Όλοι τον κοιτάζουν. Σαν αστραπή τραβά το μαχαίρι και το καρφώνει με δύναμη στην κοιλιά του Μαγιάση. Χώνεται η λεπίδα στο σώμα του.

Ο Βρέντζος νιώθει το κεφάλι του να βουίζει· ένας χωροφύλακας τον είχε χτυπήσει με τον υποκόπανο του όπλου· άλλος ένας τον χτυπά στο χέρι, το δεξί· μαραίνεται. Αλλά το πείσμα δεν τον αφήνει. Πιάνει τη λαβή με το άλλο χέρι, το αριστερό· δεύτερη μαχαιριά… αίματα, φωνές, ο Μαγιάσης λυγίζει, οι δικαστές αποχωρούν, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει τι έγινε τότε στο δικαστήριο.

Οι χωροφύλακες είναι έτοιμοι να δράσουν, ίσως να τον χτυπούσαν πιο βαριά, ίσως και να τον σκότωναν ακόμη, τόσο δύσκολες ήταν αυτές οι μέρες. Την ώρα εκείνη ακούγεται η φωνή ενός άλλου χωροφύλακα, Κλάδο τον έλεγαν, «μην τον πειράξετε γιατί έχουν ζώσει οι Ανωγειανοί το δικαστήριο».

Ψέματα το έλεγε. Αλλά αυτό το ψέμα έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν.

«Θέλω τον Εισαγγελέα», ακούγεται η φωνή του Βρέντζου. Το μαχαίρι το κρατούσε ακόμη στο χέρι του.

Σαν ήρθε ο Εισαγγελέας, πλησίασε με θάρρος. Παρέδωσε το ματωμένο μαχαίρι και δήλωσε πως δεν θέλει να κάνει κακό σε κανέναν άλλο.

«Του είπα να με δικάσει, να με συλλάβει, να κάνει ό,τι λέει ο νόμος. Εγώ ήμουν ήρεμος πια, είχα ξαλαφρώσει, είχα κάνει αυτό που έπρεπε. Γυρίζω πίσω και θωρώ ανθρώπους να κλαίνε από χαρά και συγκίνηση, άλλοι με χειροκροτούσαν, άλλοι φώναζαν μπράβο. Με έκλεισαν στη φυλακή και με πήγαν στα Χανιά για να δικαστώ.»

Ήρθε και η σειρά του Βρέντζου να δικαστεί με την θανατική ποινή να είναι η πιο πιθανή, ήταν άλλωστε και η πρόταση του Εισαγγελέα.

Και την ύστατη ώρα, έφτασε στο δικαστήριο, απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής που είχε εκδωθεί τις ημέρες της κατοχής, η οποία καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώνουν όσους ήταν συνεργάτες των ναζί και η οποία δεν είχε ανακληθεί έως και τη μέρα που πήρε εκδίκηση ο Γιώργης Βρέντζος.

Συνεπώς θεσμικά ήταν καλυμμένος, δεν ήταν φόνος και αυτοδικία, αλλά εφάρμοσε την οδηγία και τελικά αθωώθηκε.

Όσο πανηγύρισαν μέσα στο δικαστήριο όσοι τον είδαν να παίρνει το αίμα του πίσω, άλλο τόσο πανηγύρισαν και στην υποδοχή του στο χωριό του.

Το παρατσούκλι του Γιώργη Βρέντζου ήταν «Τηγανίτης». Γι αυτόν γράφτηκε τραγούδι:

«Ένας αετός των Βρέντζηδων έσφαξε τον Μαγιάση,
κι όλοι μαζί φωνάξαμε, η χέρα του ν’ αγιάσει.
Μέσα στο Δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει
κι έπρεπε οπωσδήποτε ζωή να παραδώσει».

Το όνομα του «Τηγανίτη» έγινε θρύλος στην Κρήτη. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2015 ιδρύθηκε ο ερασιτεχνικός αυτοοργανωμένος αθλητικός σύλλογος «Τηγανίτης ΑΣΗ» με σαφή αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, τιμώντας την πράξη του.

Ο Γιώργης Βρέντζος ή «Τηγανίτης» πήρε θρυλικές διαστάσεις, καθώς η πράξη του ικανοποίησε το κοινό περί δικαίου αίσθημα, έστω και αν η αυτοδικία δεν είναι αποδεκτή σε ένα Κράτος Δικαίου. Έγινε τραγούδι, λαϊκή αφήγηση, ακόμη και ομάδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ στο Ηράκλειο, που υμνούν την Αντίσταση του λαού μας, καταγγέλλουν τον φασισμό και αξιώνουν την απόδοση δικαιοσύνης.

Της δικαιοσύνης για τα ναζιστικά εγκλήματα που δεν επέτρεψε να αποδοθεί το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος καθώς ελάχιστοι δωσίλογοι κάθισαν στο σκαμνί και ακόμη λιγότεροι καταδικάσθηκαν για τα αποτρόπαια εγκλήματά τους. Αντίθετα, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εκπληρώνοντας τη θέληση του ξένου παράγοντα, «ξέπλυναν» τους δωσίλογους και τους αξιοποίησαν σε θέσεις – κλειδιά του κρατικού μηχανισμού, την ώρα που κυνηγούσαν απηνώς τους αντιστασιακούς, στέλνοντάς τους στο εκτελεστικό απόσπασμα, τις φυλακές και τα ξερονήσια.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης