Τέλος στα σενάρια περί πανδημίας ή σοβαρής επιδημίας λόγω χανταϊού βάζει μιλώντας στο Ζοugla.gr, o Διευθυντής της Α’ Παθολογικής Κλινικής του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, Σωτήρης Αδαμίδης.
Ο διακεκριμένος επιστήμονας, εξηγεί μεταξύ άλλων, για ποιο λόγο στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να ανησυχούμε, ενώ κάνει σαφές πως δεν έχει καταγραφεί ποτέ στα χρονικά κάποια πανδημία ή σοβαρή επιδημία που να σχετίζεται με τον συγκεκριμένο ιό.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο κ. Αδαμίδης αποκαλύπτει ακόμα πως κρούσματα του συγκεκριμένου ιού καταγράφονται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο, οπότε οι ιατρικές υπηρεσίες γνωρίζουν πολύ καλά και τους τρόπους αντιμετώπισης.
Όσον αφορά στη χώρα μας, υποστηρίζει πως σε περίπτωση που κάποιος νοσήσει, υπάρχει η δυνατότητα για άμεση θεραπεία με συγκεκριμένα πρωτόκολλα θεραπευτικής αγωγής, εξηγώντας αναλυτικά τις θεραπείες.
Ερωτηθείς για το εάν κατά την άποψή του υπάρχει περίπτωση ο ιός να μεταλλαχθεί, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζεται με τα «όπλα» που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, η απάντησή του είναι αρνητική.
«Δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις αυτή τη στιγμή», λέει. Διευκρινίζει όμως πως σε κάποια άτομα τα οποία έχουν υποκείμενα νοσήματα ο τρόπος αντιμετώπισης είναι πιο δύσκολος.
Υπενθυμίζεται πως το κρουαζιερόπλοιο «Caribbean Princess», το οποίο αναχώρησε από το λιμάνι του Port Everglades της Φλόριντα, ανέφερε ότι 115 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 102 επιβατών και 13 μελών του πληρώματος, εμφάνισαν συμπτώματα του νοροϊού.
Η έξαρση του νοροϊού έρχεται λίγες ημέρες μετά την εμφάνιση κρουσμάτων χανταϊού σε άλλο κρουαζιερόπλοιο, το «MV Hondius». Παρά τις διαφοροποιήσεις στη μεταδοτικότητα και σοβαρότητα των δύο ιών, και οι δύο περιπτώσεις αναδεικνύουν τις προκλήσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας για τον έλεγχο των επιδημιών σε κλειστούς χώρους.
Ο γνωστός παθολόγος, ερωτηθείς και για τον συγκεκριμένο ιό, ανέφερε πως δεν πρόκειται για κάτι άγνωστο στην ιατρική κοινότητα, γι’ αυτό και σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας.
Ακούστε όλα όσα είπε στη Ζούγκλα:
Σχετικά με τον χανταϊό
Ο χανταϊός αποτελεί μια σοβαρή υγειονομική απειλή που προέρχεται από τον κόσμο των τρωκτικών και απαιτεί την ιδιαίτερη προσοχή των πολιτών, καθώς η μετάδοσή του στον άνθρωπο συμβαίνει με τρόπους που συχνά διαφεύγουν της προσοχής.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), ο ιός μεταφέρεται κυρίως μέσω της εισπνοής αερομεταφερόμενων σωματιδίων, τα οποία προκύπτουν από την αποξήρανση περιττωμάτων, ούρων ή σάλιου μολυσμένων τρωκτικών. Αν και οι περιπτώσεις μετάδοσης μέσω δαγκώματος ή γρατσουνιάς είναι σπανιότερες, ο κύριος κίνδυνος ελλοχεύει σε χώρους όπου υπάρχουν ίχνη από τρωκτικά, καθιστώντας την καθαριότητα και τον αερισμό των χώρων αυτών ζωτικής σημασίας.
Η δυσκολία στην έγκαιρη διάγνωση έγκειται στο γεγονός ότι τα αρχικά συμπτώματα της λοίμωξης προσομοιάζουν έντονα με εκείνα της κοινής γρίπης, περιλαμβάνοντας πυρετό, ρίγη, μυϊκούς πόνους και πονοκεφάλους, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατο τον διαχωρισμό της νόσου στα πρώτα της στάδια, χωρίς εξειδικευμένες εξετάσεις.
Η επιστημονική κοινότητα παραμένει σε εγρήγορση για την αντιμετώπιση του ιού, εστιάζοντας στην πρόληψη και την ενημέρωση του πληθυσμού ως τα κυριότερα μέσα προστασίας απέναντι σε μια λοίμωξη, που, αν και δεν εξελίσσεται σε πανδημία, παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνη για την ατομική υγεία.
Σχετικά με τον νοροϊό
Ο νοροϊός είναι και αυτός ένας από τους πλέον μεταδοτικούς ιούς παγκοσμίως και αποτελεί την κύρια αιτία της οξείας γαστρεντερίτιδας, προκαλώντας σοβαρή φλεγμονή στο στομάχι και τα έντερα. Συχνά αναφέρεται στον καθημερινό λόγο ως «γρίπη του στομάχου», παρά το γεγονός ότι δεν σχετίζεται με τον ιό της γρίπης, και ευθύνεται για ένα σημαντικό ποσοστό τροφιμογενών λοιμώξεων και μαζικών επιδημιών σε κοινότητες. Η επικινδυνότητά του έγκειται στην ταχύτητα με την οποία εξαπλώνεται, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως είναι οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά, όπου η απώλεια υγρών μπορεί να αποβεί κρίσιμη.
Ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω της κοπρανοστοματικής οδού, με τη μόλυνση να συμβαίνει συχνότερα από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων ή νερού, με τα οστρακοειδή και ειδικά τα στρείδια να εμπλέκονται συχνά σε τέτοιου είδους εξάρσεις. Τα συμπτώματα της λοίμωξης εκδηλώνονται συνήθως ταχύτατα, εντός 12 έως 48 ωρών από την έκθεση, και περιλαμβάνουν έντονη ναυτία, ξαφνικούς και συχνούς εμέτους, καθώς και υδαρή διάρροια που συνοδεύεται από κράμπες στο στομάχι και κοιλιακό πόνο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει ήπιο πυρετό, πονοκεφάλους και μυϊκούς πόνους, συμπτώματα που συνθέτουν μια εικόνα γενικής αδιαθεσίας. Στην παρούσα φάση, η ιατρική επιστήμη δεν διαθέτει ειδικό αντιικό φάρμακο για την καταπολέμηση του νοροϊού, με αποτέλεσμα η θεραπευτική προσέγγιση να εστιάζει αποκλειστικά στη διαχείριση των συμπτωμάτων και, κυρίως, στην πρόληψη της αφυδάτωσης.

