Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΜια ιστορία που φέρνει στο προσκήνιο τα όρια των συστημάτων υποβοηθούμενου θανάτου και τη διαχείριση των ψυχικών ασθενειών, βλέπει το φως της δημοσιότητας. Ο Όμαρ και η Σίσι Ντέκερ, από το Μπέργκεν οπ Ζουμ της Ολλανδίας, μιλούν για τη μάχη της μοναχοκόρης τους, Ίρις, η οποία έφυγε από τη ζωή την 1η Μαρτίου 2026, πέντε ημέρες πριν κλείσει τα 20 της χρόνια.
Η Ίρις δεν πέθανε μέσω της επίσημης οδού της ευθανασίας, για την οποία βρισκόταν σε λίστα αναμονής επί σχεδόν τέσσερα χρόνια, αλλά επιλέγοντας μια άλλη νόμιμη διαδικασία: την εκούσια διακοπή λήψης τροφής και υγρών (VSED).
Το χρονικό μιας ανίατης ψυχικής και σωματικής οδύνης
Η περιπέτεια της Ίρις ξεκίνησε στα 13 της, όταν εμφάνισε βαριά κατάθλιψη και Λειτουργική Νευρολογική Διαταραχή (FND). Η πάθηση της προκαλούσε χρόνιους πονοκεφάλους, ενώ μετά από μια κρίση, την καθήλωσε σε αναπηρικό αμαξίδιο για δύο χρόνια.
Οι γονείς της και δύο νοσηλευτές μετατράπηκαν σε επί 24ώρου βάσεως φροντιστές της. Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά όταν η Ίρις, σε ηλικία 15 ετών, έκανε δύο απόπειρες αυτοκτονίας μέσα σε λίγους μήνες, την πρώτη με απαγχονισμό και τη δεύτερη κόβοντας τις φλέβες της.
«Η Ίρις περιέγραφε ότι ένιωθε σαν να βρίσκεται σε μια μαύρη τρύπα. Δεν είχε συναισθήματα – ούτε χαρά, ούτε λύπη. Μας έλεγε: “Αν για εσάς περνάει μια ώρα, για μένα μοιάζει με τέσσερις ή πέντε”», θυμάται ο πατέρας της, Όμαρ.
Η αίτηση για ευθανασία και το αδιέξοδο της αναμονής
Στα 16 της, η Ίρις αιτήθηκε επίσημα ευθανασία στο Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Ευθανασίας της Ολλανδίας. Βάσει του ολλανδικού νόμου, έφηβοι άνω των 16 ετών μπορούν να υποβάλουν τέτοιο αίτημα, με απαραίτητη προϋπόθεση να έχουν εξαντλήσει κάθε θεραπευτική επιλογή.
Η 16χρονη υποβλήθηκε σε μήνες ψυχοθεραπείας και δοκίμασε περίπου επτά εγκεκριμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Erasmus στο Ρότερνταμ. Η τελευταία ελπίδα των γονιών της, η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT), απέτυχε επίσης. Μετά από ένα ταξίδι στη Σκωτία, η Ίρις ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι δεν άντεχε να ζήσει άλλο ένα καλοκαίρι, ούτε να φτάσει τα 20 της χρόνια.
Ωστόσο, η έγκριση για την ευθανασία καθυστερούσε. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στην «κορυφή της λίστας», το Κέντρο δεν μπορούσε να προσδιορίσει ημερομηνία, ωθώντας την κοπέλα να αναζητήσει εναλλακτική λύση.
Η απόφαση για VSED και οι τελευταίες στιγμές στο νοσοκομείο
Όταν η Ίρις πρότεινε τη διαδικασία VSED (εκούσια αποχή από φαγητό και νερό υπό ιατρική επίβλεψη), οι γονείς της σοκαρίστηκαν. Ο πατέρας της ήλπιζε κρυφά ότι το βιολογικό ένστικτο της επιβίωσης θα ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια της στέρησης, κάτι που όμως δεν συνέβη.
Η έγκριση της διαδικασίας και η εισαγωγή της σε νοσοκομείο (hospice) στις 12 Φεβρουαρίου 2026 έφεραν, παραδόξως, μια αίσθηση ανακούφισης στην οικογένεια. Οι γονείς της αναφέρουν ότι το βλέμμα της, που επί χρόνια ήταν άδειο, ξαναβρήκε τη λάμψη του, μόλις πέρασε την πόρτα του Ιδρύματος.
Αν και είχε σταματήσει να τρέφεται, εμφάνισε μια ξαφνική επιθυμία για χυμό μήλου. Η μητέρα της, Σίσι, θυμάται την Ίρις να χαμογελά απλώς κρατώντας τη γεύση στο στόμα της πριν τον φτύσει.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Ίρις άνοιξε την αγκαλιά της στους γονείς της και τους έδωσε δύο αποστολές: να μοιραστούν την ιστορία της, και να συνεχίσουν να ζουν με χαρά.
Μετά από 14 ημέρες απόλυτης αποχής από τροφή και νερό, ο οργανισμός της άρχισε να καταρρέει. Οι γιατροί ξεκίνησαν την παρηγορητική καταστολή και την 1η Μαρτίου, στις 17:13, η Ίρις άφησε την τελευταία της πνοή ακούγοντας το «Come Fly With Me» του Φρανκ Σινάτρα, έχοντας ένα γαλήνιο χαμόγελο στο πρόσωπό της.
Το ηθικό και γραφειοκρατικό μήνυμα των γονέων
Τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό της, ο Όμαρ και η Σίσι προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα τους πραγματικότητα, απαλλαγμένοι από το διαρκές άγχος μιας πιθανής αυτοκτονίας, γεγονός που τους έφερε και πάλι πιο κοντά ως ζευγάρι.
Ο Όμαρ αναγκάστηκε να επικοινωνήσει ο ίδιος με το Κέντρο Ευθανασίας για να διαγράψει την κόρη του από τη λίστα, καθώς λόγω των κανόνων απορρήτου, το Κέντρο δεν ενημερώνεται αυτόματα για τον θάνατο των ασθενών. Ο ίδιος επισημαίνει ότι αυτό πρέπει να αλλάξει, ώστε να προστατεύονται οι πενθούσες οικογένειες από οδυνηρά τηλεφωνήματα έγκρισης μετά τον θάνατο του δικού τους ανθρώπου.
Παράλληλα, ο πατέρας της Ίρις ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για το στίγμα γύρω από τις ψυχικές ασθένειες: «Αν κάποιος έχει καρκίνο και εξαντλήσει κάθε θεραπεία, στην Ολλανδία οι περισσότεροι αποδέχονται την ευθανασία. Αν όμως κάποιος πάσχει από ψυχική ασθένεια και πέντε γιατροί συμφωνούν ότι δεν πρόκειται να ανακάμψει, η κοινωνία γίνεται πολύ πιο επικριτική. Το σώμα και ο νους λειτουργούν μαζί, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να συζητήσουμε βαθύτερα».
Η Ίρις κηδεύτηκε στα 20ά της γενέθλια, στις 6 Μαρτίου, σε μια τελετή που είχε σχεδιάσει η ίδια. Στο τέλος, οι 160 καλεσμένοι άφησαν μικρά κουτιά χυμού μήλου στον τάφο της, ενώ στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά της γραμμένο στην κάρτα της κηδείας, προέτρεπε τον κόσμο: «Να είστε ευγενικοί, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, να νοιάζεστε και να είστε πάντα ειλικρινείς».





